ἐριστικός

ἐριστ-ικός, ή, όν,
A eager for strife or battle, Sch.E.IA588.
2 involving a contest (or perh. debate),

παιδιαί Arist.Rh.1371a1

.
II esp.fond of wrangling or arguing, captious, Pl.Ly.211b, etc.;

ὁ ἐ. ἐστί πως οὕτως ἔχων πρὸς τὸν διαλεκτικὸν ὡς ὁ ψευδογράφος πρὸς τὸν γεωμετρικόν Arist.SE171b35

;

οἱ Ἀκαδημιακοὶ τῶν ἄλλων ἐριστικώτεροι Luc.Pisc. 43

: [comp] Sup.

-ώτατος D.L.2.134

; Ἐριστικοί, οἱ, nickname of the Megarian school, ib.106 ;

ἡ -κή τέχνη

sophistry,

Pl.Sph.231e

, al.; τὸ -κόν, defined as τὸ ἔντεχνον καὶ περὶ δικαίων..καὶ ἀδίκων ἀμφισβητοῦν ib.225c ;

τὰ ἐ. Arist.Rh.1402a3

; ἐ. συλλογισμός, λόγος, sophism, fallacy, Id.Top.100b23, Metaph.1012a19 (pl.); τέχνη ἐριστικῶν, a work of Protagoras, D.L.9.55. Adv.

-κῶς Pl.R.454b

, Arist. Ph.186a6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐριστικός — eager for strife masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εριστικός — ή, ό (AM ἐριστικός, ή, όν) [ερίζω] 1. αυτός που αγαπά τις έριδες, τις φιλονεικίες 2. αυτός που προκαλεί έριδες, διαφωνίες, συζητήσεις, λογομαχίες («τὰς παιδιὰς ἡδείας εἶναι τὰς ἐριστικὰς», Αριστοτ.) αρχ. 1. αυτός που αγαπά τις μάχες, ο φιλόμαχος …   Dictionary of Greek

  • εριστικός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που έχει διάθεση και τάση για καβγά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐριστικά — ἐριστικός eager for strife neut nom/voc/acc pl ἐριστικά̱ , ἐριστικός eager for strife fem nom/voc/acc dual ἐριστικά̱ , ἐριστικός eager for strife fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριστικώτερον — ἐριστικός eager for strife adverbial comp ἐριστικός eager for strife masc acc comp sg ἐριστικός eager for strife neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὑριστικός — ἐριστικός , ἐριστικός eager for strife masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριστικωτέρων — ἐριστικός eager for strife fem gen comp pl ἐριστικός eager for strife masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριστικῶν — ἐριστικός eager for strife fem gen pl ἐριστικός eager for strife masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριστικόν — ἐριστικός eager for strife masc acc sg ἐριστικός eager for strife neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριστικαῖς — ἐριστικός eager for strife fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριστικαί — ἐριστικός eager for strife fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.